εσοδεία

εσοδεία
η
1) сбор урожая; 2) урожай;

μαζεύω ( — или συγκομίζω) την εσοδεία — собирать (снимать) урожай;

3) заготовка, запасание (продуктов)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "εσοδεία" в других словарях:

  • εσοδεία — εσοδεία, η και σοδειά, η το σύνολο των καρπών από την καλλιέργεια της γης: Δεν είχαμε καλή σοδειά φέτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εσοδεία — και σοδειά, η 1. η συγκομιδή, το σύνολο τών καρπών ή προϊόντων που συγκεντρώνονται αφού ωριμάσουν σε κτήμα, περιοχή κ.λπ. 2. διάφορα τρόφιμα συγκεντρωμένα για μια χρονική περίοδο. [ΕΤΥΜΟΛ. Προέρχεται από το μσν. εισοδεία (< εισοδεύω).… …   Dictionary of Greek

  • εισοδιά — και σοδιά, η βλ. εσοδεία …   Dictionary of Greek

  • επαμώμαι — ἐπαμῶμαι άομαι (AM) 1. επισωρεύω κάτι για τον εαυτό μου μαζεύοντας από το έδαφος «εὐνὴν ἐπαμήσατο χερσί» επισώρευσε με τα χέρια και σχημάτισε στρώμα [από φύλλα]) Ομ. Οδ. 2. το ενεργ. ἐπαμῶ με την ίδια σημασία μσν. 1. συγκαλώ, συναθροίζω,… …   Dictionary of Greek

  • επικαρπία — Το εμπράγματο δικαίωμα ενός δικαιούχου (επικαρπωτή) να χρησιμοποιεί και να νέμεται ένα πράγμα ή ιδανικό μέρος πράγματος (καθώς και απαιτήσεις, ομολογίες κλπ.) που ανήκουν σε άλλο πρόσωπο και να απολαμβάνει τους καρπούς του, διατηρώντας όμως… …   Dictionary of Greek

  • εύνοστος — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Ηλιέα και της Σκιάδας, που τον λάτρευαν κυρίως στην Τανάγρα ως προστάτη των ποντοπόρων από τις τρικυμίες αλλά και των στεριανών από τους σεισμούς και την ξηρασία. Τον είχε αναθρέψει η νύμφη Ευνόστη και τον αγάπησε… …   Dictionary of Greek

  • μαξούλι — το (Μ μαξούλι(ν) προϊόν, εσοδεία, συγκομιδή. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. mahsul] …   Dictionary of Greek

  • σοδειά — και σοδιά, η, Ν 1. η συγκομιδή τών καρπών ή άλλων αγροτικών προϊόντων αφού ωριμάσουν 2. το σύνολο τών καρπών και προϊόντων που συγκομίζονται για μια χρονική περίοδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < εἰσοδεία, με συνίζηση τού εια και σίγηση τού αρκτικού / i / γιατί… …   Dictionary of Greek

  • Μανιώτης, Γιώργος — (Αθήνα 1951 –). Λογοτέχνης. Σπούδασε στη νομική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ασχολήθηκε όμως με τη λογοτεχνία. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά, διηγήματα κ.ά. Στα ελληνικά γράμματα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1970 με την… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»